Ακόμη πιο αναγκαία τώρα η πολιτική και κοινωνική συμμαχία για την αποτροπή της καταστροφής που φέρνουν τα μέτρα Μητσοτάκη

Η Ελλάδα περνά στη δεύτερη φάση αντιμετώπισης της πανδημίας. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στον χρόνο και τους όρους άρσης των περιορισμών, αλλά και στην υλοποίηση των απαραίτητων μέτρων οικονομικής στήριξης των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, τα οποία είτε εφαρμόζονται είτε προτείνεται να εφαρμοστούν.

Η αντιπαράθεση των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή την περασμένη Πέμπτη χαρακτηρίστηκε, πρώτον, από την υπεροχή του Αλέξη Τσίπρα σε επίπεδο προτάσεων για τις αναγκαίες πολιτικές και, δεύτερον, από την εμφάνιση Πόντιου Πιλάτου του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος μας ενημέρωσε ότι η ύφεση θα είναι μεγάλη, αλλά για το μέγεθός της νίπτει τας χείρας του. Το διά γυμνού οφθαλμού κενό Μητσοτάκη επιχειρήσαν, ανεπιτυχώς, να καλύψουν άρον-άρον με ακόμα μία συνέντευξη Τύπου οι τρείς γνωστοί υπουργοί.

Στη συζήτηση στη Bουλή αποτυπώθηκαν και οι δύο διαφορετικές στρατηγικές των βασικών πόλων του πολιτικού συστήματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή της κρίσης ανταποκρίθηκε στο ρόλο του ως υπεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση ζητώντας επίσπευση των μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας και των περιορισμών, όταν ακόμα οι υπουργοί διατράνωναν την απόφασή τους να κοινωνήσουν στις εκκλησίες.

Με το ίδιο αίσθημα της ευθύνης κάναμε καθαρό από την αρχή ότι θα είμαστε αυστηροί και σε απόλυτη επαγρύπνηση σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Όπως επίσης ότι θα είμαστε ξεκάθαρα απέναντι σε όποια πολιτική η οποία επιδιώκει να πάει πίσω το ρολόι της κοινωνίας, των εργασιακών δικαιωμάτων και της οικονομίας.

Ήταν γνωστό, άλλωστε, ότι οι επιλογές της ομάδας Μητσοτάκη θα ήταν οι επιλογές της οπισθοδρόμησης. Πρόκειται για την ομάδα που έστησε κόλπα όπως η τηλεκατάρτιση, ενώ σχεδιάζει και υλοποιεί μια οικονομική πολιτική η οποία κινείται στην κατεύθυνση της συνειδητής απραξίας.

Και αυτό όταν διεθνώς οι κυβερνήσεις επιλέγουν, τούτη την περίοδο, μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις τριών ειδών: τις απευθείας δαπάνες, τις αναβολές φόρων, τις εγγυήσεις για τη δανειοδότηση των επιχειρήσεων. Η Ελλάδα κατατάσσεται στους ουραγούς των παρεμβάσεων.

Παρ' όλο που η Ελλάδα είναι ουραγός πολιτικής, καταλαμβάνει μία από τις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών οι οποίες αναμένεται να δεχθούν τη μεγαλύτερη πίεση και κινδυνεύουν περισσότερο από τις συνέπειες του κορωνοϊού. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε δυσχερή θέση για τρεις λόγους:

Πρώτον, τη μεγάλη κληρονομημένη ανεργία. Μπορεί κατά την περίοδο διακυβέρνησής μας να καταφέραμε να τη μειώσουμε κατά 10 μονάδες και να αυξήσουμε τις θέσεις εργασίας κατά 450.000, όμως το 16% ανεργίας παραμένει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη.
Δεύτερον, τον μεγάλο αριθμό μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Η πλειονότητά τους κουβαλούσε μέχρι και την έναρξη της πανδημίας τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, αλλά και συσσωρευμένες υποχρεώσεις από το παρελθόν. Κατέγραφε μικρά ή μηδενικά κέρδη ή ζημίες. Στη μεγάλη τους πλειονότητα δεν είχαν και δεν έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, κάτι που τις αποκλείει και από εργαλεία δημόσιας πολιτικής, τα οποία υλοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος και, δυστυχώς, υπό τους όρους με τους οποίους αυτό λειτουργούσε έως χθες.
Τρίτον, το μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ που εξαρτάται από το τουριστικό προϊόν. Ο τουρισμός, ο οποίος αναμένεται να πληγεί βαθύτατα φέτος, συμβάλλει με 20% και πλέον στο ελληνικό ΑΕΠ, ενώ η χώρα υπολείπεται μόνο της Κύπρου μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.
Οι τρεις αυτοί λόγοι επιβάλλουν σε μια ηγεσία που διατείνεται ότι θέλει να αντιδράσει αποφασιστικά να προχωρήσει σε μια μεγάλης κλίμακας παρέμβαση. Σήμερα, όχι αύριο. Με μια παρέμβαση της τάξης του 15% του ΑΕΠ, όπως προτείνει το σχέδιο «Μένουμε Όρθιοι» του ΣΥΡΙΖΑ και που ακολουθούν κατά μέσο όρο οι χώρες της Ε.Ε., και όχι με το «αστείο» 3,5% των νεοφιλελεύθερων ταγών που αφήνουν τη χώρα έρμαιο της κρίσης.

Το πρόγραμμά μας έχει προκαλέσει συζήτηση και είναι ανοιχτό σε επικαιροποίηση, εμβάθυνση και εξειδίκευση καθώς οι εξελίξεις τρέχουν.

Εκτός από τη μισθωτή εργασία, που θα δεχθεί πλήγμα ελέω Βρούτση, τεράστιες πληγές θα δημιουργηθούν και στο σώμα αυτού που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε «μεσαία τάξη» στην πολιτική και οικονομική καθομιλουμένη.

Τα εν λόγω στρώματα, η πλειονότητα των οποίων πήγαν στην κάλπη της Ν.Δ. κατά τις εκλογές του περασμένου Ιουλίου, βιώνουν σήμερα μία τεραστίων διαστάσεων διάψευση προσδοκιών. Η πολιτική Μητσοτάκη για «ανοσία της αγέλης» και στην οικονομία, μια πολιτική στη γραμμή του ΣΕΒ, αφήνει την ύφεση να εξελιχθεί, οδηγεί πάρα πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις σε αδιέξοδο. Επιβάλλει -μέσω του νέου πτωχευτικού- συγχωνεύσεις και εξαγορές εις βάρος των μικρότερων, ώστε να μοιραστεί η τράπουλα, τα μερίδια της αγοράς και το κρατικό χρήμα, στις μεγάλες επιχειρήσεις και τους ομίλους που θα επιβιώσουν.

Τα παραπάνω αποτελούν προϋποθέσεις ρηγμάτωσης της κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας που διαμόρφωσε το αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου 2019. Αυτή, βεβαίως, ήταν μία τάση την οποία είχαμε διαγνώσει πριν το ξέσπασμα της κρίσης του κορωνοϊού, αλλά επιταχύνεται ακριβώς λόγω της κρίσης και της πολιτικής απόκρισης της κυβέρνησης.

Σήμερα, που τα συμφέροντα εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων, μικρομεσαίων επιχειρηματιών, επιστημόνων και συνταξιούχων ταυτίζονται όσο ποτέ.

Σήμερα, που η κρίση επιβάλλει την εφαρμογή προοδευτικών πολιτικών και όχι νεοφιλελεύθερων εμμονών.

Σήμερα είναι η στιγμή για τη συγκρότηση μίας πολιτικής και κοινωνικής συμμαχίας, με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και της οργανωμένης επιχειρηματικότητας, ώστε να αποτρέψουμε μια νέα οικονομική καταστροφή.

Σήμερα, με κοινό βηματισμό, μπορούμε να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο μέλλον παρουσιάζοντας ένα πλάνο ανασυγκρότησης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, ένα σχέδιο προστασίας των αδύναμων, της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλισης. Αυτή η ανάγκη αφορά όλα τα κόμματα του προοδευτικού χώρου.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κορμός, εκ των πραγμάτων, της προοδευτικής αριστερής παράταξης της χώρας, θα εργαστεί συστηματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η πολιτική στρατηγική την οποία έχουμε ήδη χαράξει αποκτά ακόμα μεγαλύτερη επικαιρότητα, γίνεται ακόμα πιο επιτακτική.

Αν ήταν αναγκαία μία φορά χθες, είναι δέκα φορές πιο αναγκαία σήμερα.

Πηγή Αυγή.