Αλήθεια, ρώτησε ποτέ κανείς τους νέους τι εκπαίδευση θέλουν;

Αναντίρρητα, κάποιος μπορεί να κάνει, πολύ εύκολα, πολλές αρνητικές διαπιστώσεις για τον σχεδιασμό εκπαιδευτικών πολιτικών στο σύγχρονο ελληνικό κράτος.

Συνεχείς και αμφιλεγόμενης ποιότητας νομοθετικές παρεμβάσεις, «μακρόπνοες» εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις με ορίζοντα διετίας, διαρκείς νομοθετικές παλινωδίες ακόμα και στο πλαίσιο της ίδιας κυβέρνησης ελέω ανασχηματισμών, παντελής άγνοια του τι συμβαίνει στην εκπαιδευτική καθημερινότητα, καμία επαφή με την εκπαιδευτική βάση και άλλα πολλά. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στο σχεδιασμό πολιτικών για να καταλάβει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, που παράγει τρομερές παθογένειες και δυσλειτουργίες, δεν είναι τίποτα άλλο από τις ίδιες τις εκπαιδευτικές πολιτικές. Φυσικά, οι πολιτικές είναι αποτέλεσμα προσώπων, ιδεολογιών και μιας διαλεκτικής σχέσεων εξουσίας. Ωστόσο, το φαιδρό του πράγματος είναι ότι ο δημόσιος διάλογος για την αξιολόγηση στην εκπαίδευση, αγνοεί επιδεικτικά το πιο παθογόνο και τοξικό κομμάτι της εκπαιδευτικής αλυσίδας• τη μήτρα της παθογένεσης που δεν είναι άλλη από το σχεδιασμό των ίδιων των πολιτικών. Πώς θα μπορούσε βέβαια να είναι διαφορετικά, όταν το Υπουργείο θέτει το αξιολογικό πλαίσιο και τους κανόνες σε όλους τους άλλους, εκτός από τον εαυτό του;

Σκεπτόμενοι όλα αυτά, το πιο καθαρό και εύλογο ερώτημα που προκύπτει αβίαστα αντικρίζοντας έναν μαθητή, ο οποίος οδεύει προς την ενηλικίωση, θα ήταν το εξής. Εσένα, μαθητή, σε ρώτησε ποτέ κανένας πολιτικός τι σχολείο θέλεις; Αφουγκράστηκε ποτέ κανένας από αυτούς τις ανάγκες σου; Κατάλαβε τις δυσκολίες σου, τις φοβίες σου και τα άγχη σου; Σε ρώτησαν ποτέ γιατί αντιδράς με αρνητισμό και απαξιώνεις το δημόσιο σχολείο; Σε ρώτησαν ποτέ αν σου αρέσουν τα βιβλία σου ή τα μαθήματα που κάνεις; Έλαβε ποτέ ο νομοθέτης υπόψη πώς επιδρούν στην ψυχοσύνθεση σου, αλλά και στην επίδοσή σου, η απουσία ενός σταθερού πλαισίου αναφοράς και οι διαρκείς αλλαγές στο σχολείο;

Οι εκπαιδευτικοί βιώνουν καθημερινά αυτές τις αντινομίες της εκπαιδευτικής κατάστασης, που σε μεγάλο βαθμό είναι το αποτέλεσμα των εκπαιδευτικών πολιτικών και προσπαθούν να τις διαχειριστούν προς το συμφέρον των μαθητών. Τα παραπάνω ερωτήματα θα έπρεπε να είναι το σημείο αναφοράς και εκκίνησης για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Δυστυχώς, η μεγαλύτερη παθολογία του εκπαιδευτικού συστήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την απουσία. Οι εκπαιδευτικές πολιτικές διαμορφώνονται ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων και εμπλεκόμενων, πρωτίστως των μαθητών και των οικογενειών τους και έπειτα των εκπαιδευτικών.

Μόλις πριν λίγες ημέρες, στους χαιρετισμούς της τηλε-διημερίδας για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, που διοργάνωσαν 18 ΠΕ.ΚΕ.Σ. της χώρας και παρακολούθησαν σχεδόν 20.000 εκπαιδευτικοί, μπορούσες εύκολα να διαπιστώσεις πόσα έτη φωτός μακριά απέχουν πολλά πολιτικά πρόσωπα και κομματικά τοποθετημένοι θεσμικοί εκπρόσωποι από την εκπαιδευτική πραγματικότητα• από την καθημερινή ζωή στην τάξη, όπως τη βιώνουν οι πρωταγωνιστές της εκπαίδευσης (μαθητές και εκπαιδευτικοί), οι οποίοι προσπαθούν να ανταπεξέλθουν σε ένα παιχνίδι, οι κανόνες του οποίου αλλάζουν διαρκώς από τα πάνω. Μια απλή ανάγνωση των σχολίων που γράφονταν σε πραγματικό χρόνο ήταν αρκετή για να καταλάβεις αυτό το χάσμα. Από την άλλη, ήταν και μια μοναδική στιγμή, με την έννοια ότι τα πολιτικά πρόσωπα είχαν απέναντι τους, έστω και ψηφιακά, 20.000 εκπαιδευτικούς της τάξης, σε μια ιδιότυπη, αλλά και σπάνια στιγμή αδιαμεσολάβητης σχεδόν, συνύπαρξης. Πλέον, στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να αγνοούν οι σχεδιαστές εκπαιδευτικών πολιτικών την εκπαιδευτική βάση και να εθελοτυφλούν μπροστά στην εκπαιδευτική πραγματικότητα. Οι πολιτικές είναι αδιανόητο να γίνονται αντικείμενο σύλληψης και να διαμορφώνονται σε υπουργικά γραφεία, κεκλεισμένων των θυρών, από μια επιτροπή σοφών, συνήθως γερόντων, ή από κάποιους επαΐοντες τεχνοκράτες που δεν έχουν μπει ποτέ σε σχολική τάξη. Είναι αδιανόητο επίσης, κακογραμμένα προεκλογικά κομματικά τσιτάτα να βγαίνουν από τα συρτάρια και να βαφτίζονται «μακρόπνοες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις».

Για να περάσουμε στο δια ταύτα και επειδή ήδη τις τελευταίες ημέρες οι εμπνευστές και θεσμικοί υποστηρικτές της νέας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης κομπάζουν για την ποιότητα του προτεινόμενου νομοσχεδίου, σαν να βρίσκονται σε παράλληλους κόσμους με την εκπαιδευτική κοινότητα, θεωρούμε απαραίτητα τα εξής.

Μιας και είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο σχεδιασμός αυτής της πολιτικής έγινε από τα πάνω προς τα κάτω, πρόχειρα, χωρίς καμία επαφή με την εκπαιδευτική πραγματικότητα και χωρίς κάποια, έστω και υποτυπώδη, θεωρητική τεκμηρίωση, είναι απαραίτητο το νομοσχέδιο να αποσυρθεί και να συγκροτηθεί ένας ουσιώδης διάλογος με την εκπαιδευτική βάση. Η κυβέρνηση να θέσει καθαρά ποιές είναι οι στοχεύσεις της και το αξιακό-ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο θέλει να κινηθεί και έτσι να ξεκινήσει ένας πλαισιοθετημένος διάλογος με ορισμένο χρονικό ορίζοντα υλοποίησης και συγκεκριμένες προτεραιότητες. Άλλωστε, ακρογωνιαίος λίθος της επιτυχίας μιας μεταρρύθμισης είναι η ύπαρξη κλίματος εμπιστοσύνης προς την πολιτική ηγεσία και αυτή την στιγμή, ξεκάθαρα, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει.

Ο Πολύβιος Ψήνας είναι Κοινωνιολόγος MSc, MEd