Από 13,3% έως 21,3% η ύφεση φέτος στην Ελλάδα, εκτιμά η Morgan Stanley

Αν και βλέπει ανάκαμψη από το γ' τρίμηνο του 2020, η Morgan Stanley εκτιμά πως η επιστροφή του ελληνικού ΑΕΠ (όπως και άλλων οικονομιών της ευρωπεριφέρειας) στα προ πανδημίας επίπεδα, είναι δύσκολο να συμβεί πριν το 2022.

Όπως εκτιμά, φέτος η ύφεση θα φτάσει το 13,3%, αν και σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασης (και όπου η ύφεση στην ευρωζώνη από 10,8% θα κινηθεί στο 19,2%) μπορεί να αγγίξει ακόμα και το 21,3%.

Αυτή είναι η χειρότερη εκτίμηση που έχει δοθεί έως σήμερα για την Ελλάδα, και η οποία ωστόσο βασίζεται σε πολύ ακραία σενάρια. Μάλιστα, στο αισιόδοξο σενάριο της επενδυτικής τράπεζας, η ύφεση στην Ελλάδα φέτος μπορεί να κινηθεί και στο 6,6%. Σε ό,τι αφορά το 2021, η ανάπτυξη τοποθετείται από το 1,1% (δυσμενές σενάριο), έως το 4,3%.

Όπως σημειώνει η Morgan Stanley, η Ελλάδα μπαίνει σε αυτήν την κρίση με ένα πολύ υψηλό απόθεμα χρέους -σχεδόν στο 180% του ΑΕΠ- και η M.S εκτιμά ότι το χρέος θα αυξηθεί σε περίπου 205% έως τα τέλη του 2021. Σε σύγκριση με την υπόλοιπη περιφέρεια ωστόσο, το προφίλ χρέους της Ελλάδας έχει δύο σημαντικούς παράγοντες: Το μεγαλύτερο μέρος του είναι δάνεια της ΕΕ, τα οποία έχουν πολύ μεγάλη διάρκεια με πολύ χαμηλό κόστος δανεισμού, ενώ το κόστος χρέους της Ελλάδας ήταν περίπου 1,6% το 2019.

Εάν υποθέσουμε αυτόν τον τύπο κόστους (1,6%), το ελληνικό χρέος θα σταθεροποιηθεί με ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 1,5% ετησίως και με ένα πρωτογενές πλεόνασμα 0,5%.

Ωστόσο, με το κόστος χρηματοδότησης να είναι στο 2,1%, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα με το ονομαστικό ΑΕΠ στο 1,5%, η Ελλάδα θα απαιτούσε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5%. Τώρα, ωστόσο, με το χρέος στο 200%, για να μειωθεί με σταθερό ρυθμό, απαιτούνται σημαντικά πλεονάσματα και "αξιοπρεπής" ανάπτυξη. Πάντως, όπως αναφέρει, η Ελλάδα σημείωσε μέσο πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% τα τελευταία πέντε χρόνια, και πάνω από 4% τα δύο τελευταία.

Αν και η ελληνική οικονομία δεν επεκτάθηκε πολύ, με την ανάκαμψη να ξεκινά μόνο το 2017, αν ληφθούν υπόψη τα τελευταία πέντε χρόνια, η ονομαστική ανάπτυξη ήταν κατά μέσο όρο περίπου 1% ετησίως και 2% ετησίως τα τελευταία δύο. Υποθέτοντας ότι η Ελλάδα επιστρέφει στην πορεία ανάπτυξης προ Covid-19, η υψηλή επιβάρυνση του χρέους συνεπάγεται ότι η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει να "τρέχει" σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα για να μειώσει το χρέος, παρόλο που ήδη πριν από την κρίση η πολιτική πίεση για να μειωθεί ο στόχος του 3,5% ήταν έντονη, υποδεικνύοντας το μέγεθος των μελλοντικών προκλήσεων για την οικονομία.

Πάντως, επισημαίνει η M.S, οι ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας αναμένεται να παραμείνουν χαμηλές δεδομένης της μεγάλης διάρκειας ωρίμανσης του ελληνικού χρέους, ενώ με την ένταξη στο νέο QE της EKT (PEPP) επωφελείται άμεσα αφαιρώντας τυχόν ανησυχίες σχετικά με τη ρευστότητα.

Η Morgan Stanley σημειώνει πως η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται αρκετά σκαλοπάτια μακριά από την "επενδυτική βαθμίδα" με τους οίκους αξιολόγησης να δίνουν σταθερές προοπτικές. Προ πανδημίας πάντως η χώρα όδευε προς αυτό το ορόσημο. Σήμερα το υψηλότερο rating που έχει είναι το "ΒΒ". Ωστόσο, όπως τονίζει, αν και είναι σημαντικές για τους επενδυτές, οι αξιολογήσεις των οίκων τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν έχουν μεγάλη σημασία καθώς τα ελληνικά ομόλογα έχουν ενταχθεί στο νέο QE της ΕΚΤ, κάτι που εξαλείφει τις ανησυχίες σχετικά με τη ρευστότητα της χώρας.

Πηγή: capital.gr