Γελωτοποιοί και σαλτιμπάγκοι

Συμβαίνουν γύρω μας πάρα πολλά που μας θυμώνουν, μας εξοργίζουν, που ενεργοποιούν εκείνο το αίσθημα πνιγμού απέναντι στο άδικο. Εκείνο, όμως, που θυμώνει περισσότερο είναι αυτό που στη γλώσσα του συρμού αποκαλείται «δούλεμα».

Ναι, ακριβώς, το «δούλεμα». Η κακοστημένη κοροϊδία, αν όχι κωμωδία του χειρίστου είδους , προκειμένου να εκβιαστεί μια δήθεν και μελωμένη συγκίνηση γι' αυτό που βιώνει ο λαός τους τελευταίους δύο μήνες με την επιτηδευμένη επίφαση ότι όλο αυτό εκπορεύεται από γνήσιο ενδιαφέρον και συγκίνηση της εξουσίας.

Ο δήμαρχος Αθηναίων έστησε έναν περιοδεύοντα θίασο με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη επικεφαλής ανεβασμένη σε νταλίκα να περιφέρεται στα νοσοκομεία τραγουδώντας εις ένδειξη ευχαριστίας στους γιατρούς. Σε μια διαδρομή όπου όλως τυχαίως βρέθηκε έξω από το Μαξίμου και που όλως τυχαίως ο πρωθυπουργός ήταν στο πεζοδρόμιο και αντάλλαξαν δυο «ελπιδοφόρες» κουβεντούλες.

Πέρα από το αισθητικά κακοστημένο, το άθλια πανηγυριώτικο (διότι το γνήσιο πανηγύρι υπάρχει μέσα στις παραδόσεις μας και μπορεί κάποτε να είναι αυθεντικό και γνήσιο), υπάρχει και το προκλητικά προσβλητικό. Αυτό που μέσα του περιέχει την πεποίθηση ότι μασάμε κουτόχορτο και λωτούς.

Αν η καλλιτέχνης είχε ανέβει στο φορτηγό για να ευχαριστήσει τραγουδώντας τους γιατρούς όταν τους έφερναν τα ΜΑΤ στη διαμαρτυρία τους, εκείνους δηλαδή που από τη μια στιγμή στην άλλη οι κυβερνήσεις τους μετατρέπουν από ήρωες, σε «ήρωες με παντούφλες», αν είχε ανέβει στο φορτηγό για να εμψυχώσει με ελπίδα και θάρρος το λαό στις γειτονιές, τους ανθρώπους που κλεισμένους στους τέσσερις τοίχους αγωνιούν για την υγεία τους σήμερα, αλλά και για το ψωμί και την επιβίωσή τους αύριο, αν είχε τραγουδήσει μαζί με εκείνους τους απαξιωμένους συναδέλφους της που δεν χώρεσαν σε κανένα σχέδιο οικονομικής ενίσχυσης, αν είχε πάει μπροστά από τα εργοστάσια όπου οι άνθρωποι συνεχίσουν τα δουλεύουν, τα σουπερμάρκετ όπου οι υπάλληλοι λιποθυμούν, τις εταιρείες τηλεμάρκετινγκ που στοιβάζουν τους ευέλικτα εργαζόμενους παρά τον κορονοϊό...

Αν είχε έτσι τραγουδήσει, τότε, ναι, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για σημαντική εμψυχωτική και απελευθερωτική στιγμή. Οπως δηλαδή αρμόζει στην πραγματική τέχνη ως ανώτερη μορφή κοινωνικής συνείδησης. Ως τέτοια που ο δημιουργός της ξέρει ότι δεν έχει την πολυτέλεια να σωπάσει. Ως τέχνη που ξυπνάει, απελευθερώνει, συγκινεί ουσιαστικά για δεν ξεχωρίζεται από τη νόηση, εμψυχώνει, συντροφεύει.

Όταν όμως η τέχνη διολισθαίνει σε άρτο και θέαμα και μάλιστα στην πιο φτηνιάρικη εκδοχή του, όταν γίνεται είδος «ναρκωτικού» για να καταπιούμε το φαρμάκι, όταν επιστρατεύεται ως πρόθυμη θεραπαινίδα της «εθνικής ομοψυχίας», δηλαδή του εθνικού σιωπητηρίου, όταν χρησιμοποιείται ως εργαλείο χειραγώγησης και κατασκευής του επικοινωνιακού κάδρου της εξουσίας...

Τότε δεν είναι τέχνη, αλλά γελωτοποιός και σαλτιμπάγκος της Αυλής.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ