Η ελληνική οικονομία και ο κόσμος της εργασίας ξανά στην εντατική

Η κρίση του κορονοϊού έβαλε ξανά την ελληνική οικονομία και τον κόσμο της εργασίας στην εντατική προτού ακόμη επουλωθούν τα τραύματα της κρίσης του 2008 και ξεχαστεί ο εφιάλτης των μνημονίων.

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια του τρίτου μνημονίου η οικονομία, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές είχαν ανακάμψει και είχε εδραιωθεί η τάση αισθητής μείωσης της ανεργίας, των ανισοτήτων και της φτώχειας με τις πολιτικές των κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ, τα αποτυπώματα της ύφεσης και της λιτότητας ήταν βαθιά ιδίως σε ό,τι αφορά τη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας, την αποεπένδυση, τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, την υπερχρέωση επιχειρήσεων και νοικοκυριών και την απροθυμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν δεν υπάρξει δεύτερο κύμα πανδημίας, προβλέπονται για φέτος ύφεση 9,7% και ανάκαμψη τύπου U και όχι V. Οι θέσεις εργασίας θα μειωθούν κατά 3,7% ανεβάζοντας την ανεργία στο 20% ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου θα υποχωρήσουν κατά 30%. Μια αναβολή επενδυτικών αποφάσεων για καλύτερες μέρες δυσκολεύει τις προοπτικές ανάκαμψης και μετασχηματισμού της οικονομίας. Οι ξένες επενδύσεις είναι επίσης αβέβαιες λόγω των μεγάλων αλλαγών στο διεθνές περιβάλλον και στις κρατικές πολιτικές που έχει προκαλέσει ή επιταχύνει η πανδημία (εθνικοποιήσεις, προστασία στρατηγικών επιχειρήσεων από εξαγορές, επιστροφή παγκοσμιοποιημένων δραστηριοτήτων, τεχνολογικός πόλεμος υπερδυνάμεων), επηρεάζοντας την επενδυτική στρατηγική των διεθνικών επιχειρήσεων.

Τρεις επισημάνσεις για τις προοπτικές ανάκαμψης και ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Πρώτον, μετά τη δραματική συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης και των εισοδημάτων και την εκτόξευση της ανεργίας κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετούς ύφεσης σήμερα προέχουν η διάσωση όσο το δυνατόν περισσότερων επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας, η άμεση στήριξη των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων και η αποτροπή της διόγκωσης της μακροχρόνιας ανεργίας και της φτώχειας.

Δεύτερον, το προ της κρίσης του 2008 αναπτυξιακό πρότυπο αποδείχτηκε μη βιώσιμο. Η επαναβιομηχάνιση, η τεχνολογική αναβάθμιση και η εξωστρέφεια της παραγωγής, η ανάπτυξη μιας οικονομίας της γνώσης και ο οικολογικός μετασχηματισμός της οικονομίας αποτελούν μονόδρομο για την επόμενη μέρα. Ομως η ριζική αλλαγή αναπτυξιακού προτύπου προσκρούει σε οργανωμένα συμφέροντα και προϋποθέτει έναν ισχυρό ρόλο του κράτους στον σχεδιασμό της αναπτυξιακής στρατηγικής, στην ανάπτυξη των θεσμών υποστήριξής της και τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων και κινήτρων για την πραγματοποίηση, τον προσανατολισμό και τον συντονισμό των ιδιωτικών επενδύσεων. Επιπλέον η προαγωγή μιας οικονομίας της γνώσης που στηρίζεται στην ειδικευμένη εργασία επιβάλλει την αναγνώριση του κομβικού ρόλου των εργαζομένων στην καινοτομία και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και προϋποθέτει την προστασία της εργασίας, τη μείωση της επισφάλειας και τη βελτίωση των όρων αμοιβής. Είναι βέβαιο ότι μόνο αυτός ο προσανατολισμός θα επιτρέψει και την ανάσχεση του brain drain.

Αντί των παραπάνω η κυβέρνηση της ΝΔ μέχρι σήμερα αναπαράγει το προ της κρίσης αναπτυξιακό μοντέλο με την προνομιακή μεταχείριση ιδιωτικών συμφερόντων, ενώ η αναπτυξιακή της πολιτική συνίσταται σε νομοθετικές παρεμβάσεις περιορισμού των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των μισθωτών και μείωσης της προστασίας του περιβάλλοντος. Εχει αναγορεύσει το χαμηλό εργασιακό κόστος και τις εκπτώσεις στην περιβαλλοντική νομοθεσία σε βασικά κίνητρα για τους επενδυτές. Αναμένουμε να δούμε αν η έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη θα συμπλέει με τις παραπάνω επιλογές.

Τρίτον, η δρομολόγηση του μετασχηματισμού του αναπτυξιακού προτύπου της ελληνικής οικονομίας στην κατεύθυνση μιας βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης, μέσω της αύξησης και της ποιοτικής αναβάθμισης των επενδύσεων και της απασχόλησης, μπορεί να επωφεληθεί τα μέγιστα από τη σημαντική αύξηση των ευρωπαϊκών πόρων που θα είναι διαθέσιμοι τα επόμενα χρόνια για δημόσιες επενδύσεις, σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Δεδομένου ότι οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις θα αυξήσουν τα δημόσια ελλείμματα, απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας.

* Η Μαρία Καραμεσίνη είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αναδημοσίευση απο το Documento.gr