Και νέο «φρένο» από το ΣτΕ στα σχέδια ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας «ο έλεγχος της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ δύναται να ασκείται όχι μόνο ευθέως από το ελληνικό Δημόσιο, αλλά και εμμέσως από αυτό, δια της παρεμβολής άλλου νομικού προσώπου».

Τούτο όμως είναι επιτρεπτό μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το παρεμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, υπόκειται, ως προς τις εξουσίες που διαθέτει σε σχέση με τη διαχείριση της ΕΥΔΑΠ (δια της κατοχής της πλειοψηφίας του μετοχικού της κεφαλαίου) στις ουσιαστικές δεσμεύσεις οι οποίες απορρέουν από το Σύνταγμα σε σχέση με την παρεχόμενη συγκεκριμένη υπηρεσία κοινής ωφέλειας. Επιπροσθέτως, μόνο εφ' όσον το ελληνικό Δημόσιο, αφενός, κατέχει το μετοχικό του κεφάλαιο και, αφετέρου, ελέγχει πλήρως τα όργανα διοίκησής του, δια του διορισμού, ιδίως, των μελών του Διοικητικού του Συμβουλίου».

Αυτό αναφέρεται σε δύο αποφάσεις του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ που έκρινε ομόφωνα αντισυνταγματική την πώληση του 50% των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ.

Το θέμα, που είναι μείζονος σπουδαιότητας, παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου για οριστική κρίση.

Συγκεκριμένα, το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ, επικαλούμενο και την σχετική απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ του 2014 που είχε κρίνει αντισυνταγματική την μετατροπή της ΕΥΔΑΠ σε ιδιωτική επιχείρηση, αποφάνθηκε τώρα ότι η πώληση του 50,003% της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ (Θεσσαλονίκη) είναι αντίθετη στα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, όπως βάσιμα προβάλουν οι προσφεύγοντες κάτοικοι των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, καθώς και το Σωματείο των εργαζομένων στην ΕΥΑΘ.

Οι προσφεύγοντες ζητούν να ακυρωθεί ως αντισυνταγματικό το νομοθετικό πλαίσιο (4389/2016, κλπ) με το οποίο, μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, μεταβιβάζονται οι μετοχές της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στην ΕΕΣΥΠ.

Τονίζουν οι δύο εταιρείες ύδρευσης πρέπει να διατηρήσουν το ιδιοκτησιακό και πραγματικό έλεγχο των επιχειρήσεων τους, ώστε να αποφευχθούν σημαντικές ανατιμήσεις στη χρήση του νερού και για να διασφαλιστεί η κρατική εγγύηση της ποιοτικής, ασφαλούς, συνεχούς, αδιάλειπτης και καθολικής πρόσβασης σε αυτές.

Σύμφωνα με την κρίση του ΣτΕ οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων είναι βάσιμοι.

ΠΗΓΉ DOCUMENTO