Με την πλάτη στον τοίχο η ελληνική κυβέρνηση στα εθνικά θέματα

Η πολιτική κατευνασμού προκάλεσε αποθράσυνση της Άγκυρας. Με δύο επιστολές στην ΕΕ και ταξίδι την επόμενη Τρίτη στο Ισραήλ απαντά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Μετά από δέκα μήνες αδιέξοδης στρατηγικής κατευνασμού της Τουρκίας που είχε αποτέλεσμα να αποθρασυνθεί η Άγκυρα και να απειλεί με έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, το επιτελικό κράτος αναζητά τρόπο για να βγει από την δύσκολη θέση καθώς η πρωτοβουλία των κινήσεων έχει περάσει στον Ερντογάν που έχει την δυνατότητα να καθορίσει ακόμη και τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντέδρασε στην αναβάθμιση της επιθετικότητας της Τουρκίας με δύο επιστολές προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκου Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν. Παράλληλα μετά από επικοινωνία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό κανόνισε επίσκεψη την επόμενη Τρίτη και Τετάρτη στο Ισραήλ. Είναι από τις χώρες, όπως και η Αίγυπτος που είναι σε αντιπαράθεση με την Τουρκία.

Στο εξής το Μέγαρο Μαξίμου θα συντονίζει κεντρικά τις δράσεις των συναρμόδιων υπουργείων Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί , η ποιοτικά αναβαθμισμένη τουρκική προκλητικότητα σε Θράκη Αιγαίο, Κύπρο, Ανατολική Μεσόγειο. Ο πυρήνας του επιτελικού κράτους εκτιμά ότι «η κρίση είναι πολύ σοβαρή και απαιτεί συντονισμένη , ψύχραιμη και αποφασιστική διαχείριση, στο υψηλότερο κυβερνητικό επίπεδο».

Για τις επιστολές προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σάρλ Μισέλ και την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε ότι «γίνεται ξεκάθαρο, ότι ενδεχόμενο κλιμάκωσης από πλευράς της Τουρκίας δεν θα οδηγήσει σε ελληνοτουρκική, αλλά σε κρίση των συνολικών σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία».

Ο κ. Πέτσας ανέφερε ακόμη ότι δεν υπάρχει προγραμματισμένη επικοινωνία Μητσοτάκη-Ερντογάν αν και «εμείς προσπαθούμε να έχουμε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας». Σημείωσε ότι η ενημέρωση των πολιτικών αρχηγών είναι συνεχής και πλήρης, ωστόσο δεν σκέπτεται την σύγκληση του Συμβουλίου Ποιτικών Αρχηγών. Αν κριθεί σκόπιμο θα εξεταστεί. Στον Έβρο ανέφερε ότι «δεν υπάρχει κάποια ασυνήθιστη κινητικότητα». Τέλος απαντώντας σε ερωτήσεις είπε πως «Ότι και να επιθυμεί η Τουρκία εμείς εφαρμόζουμε τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και της καλής γειτονίας». Σε ερώτηση του slpress για το αν ενδεχόμενο ερευνών από τουρκικά σκάφη αποτελεί casus belli για την ελληνική κυβέρνηση ο κ. Πέτσας απέφυγε να απαντήσει λέγοντας όμως ότι "η ελληνική κυβέρνηση κάνει όλες εκείνες τις ενέργειες για να προστατεύσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα".

Σκιαγραφώντας την επικινδυνότητα των τουρκικών προκλήσεων ο υπουργός Αμύνης Νίκος Παναγιωτόπουλος είπε στην βουλή ότι: «Η Ελλάδα δεν παρακολουθεί, ενίοτε δείχνει και τα δόντια της. Και τα δόντια της τα έδειξε με τον τρόπο που αντιδράσαμε στην οργανωμένη απόπειρα παραβίασης των συνόρων μας στον Έβρο... Η Ελλάδα έχει δηλώσει ευθαρσώς ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές της».

Ο αναπληρωτής υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιώργος Κουμουτσάκος, δήλωσε ότι «Αυτήν τη στιγμή δεν επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο στον Έβρο» ενώ για τις συνεχιζόμενες τουρκικές προκλήσεις, σημείωσε ότι «είμαστε μπροστά σε μία εξελισσόμενη τουρκική στρατηγική που τη χαρακτηρίζω ως πολυμετωπική πίεση. Ασκείται ταυτόχρονη πίεση σε πολλά μέτωπα, από τον Έβρο μέχρι τις έρευνες που έχουν ανακοινώσει νοτίως της Κρήτης, της Καρπάθου».

Προβληματισμός και αμηχανία

Πάντως υπάρχει έντονος προβληματισμός στην Κυβέρνηση, για το νέο χάρτη που υπέβαλε η Άγκυρα στον ΟΗΕ στις 18 Μαρτίου 2020, δηλώνοντας τα νέα όρια της «υφαλοκρηπίδας» τους, που φτάνουν μέχρι τα ελληνικά νησιά Ρόδο, Κάρπαθο, Κάσο και Κρήτη, εξαφανίζοντας από το χάρτη της το Καστελόριζο! Και είναι οι περιοχές, που θα κάνει υποθαλάσσιες έρευνες το τούρκικο γεωτρύπανο, υλοποιώντας το τουρκολιβυκό ενεργειακό σύμφωνο.

Δεν είναι δίχως σημασία ότι ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για θέματα Ενέργειας Φράνσις Φάνον, παρεμβαίνοντας σε διαδικτυακή συζήτηση με θέμα την Ενέργεια, δήλωσε ότι «Το διεθνές δίκαιο της θάλασσας αναγνωρίζει ότι τα ελληνικά νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα». Ωστόσο πρόσθεσε ότι «Η Τουρκία, είναι σημαντική χώρα και θέλουμε να παραμείνει σε προσανατολισμό προς τη Δύση». Μάλλον, τοις εξόδοις της Ελλάδας, ήταν αυτό που παρέλειψε.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα ο Ερντογάν, όπως έχει προαναγγείλει, μπορεί να στείλει του Ούρουτς Ρεις ή το Μπαρμπαρός για να κάνουν σεισμικές έρευνες πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια, αλλά εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Και φυσικά δεν θα τα στείλει μόνα τους για να τα πάρει ο άνεμος αλλά συνοδευόμενα από μερικές φρεγάτες. Έχει προετοιμαστεί, έχει κάνει την Συμφωνία με την Λιβύη, έχει προειδοποιήσει την Ελλάδα και την διεθνή κοινότητα. Όπως ανέφερε μέσα στην απειρία της η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας, «έχουμε κάποιους, αρκετούς θα έλεγα συμμάχους», μεταξύ των Ευρωπαίων εταίρων. Άρα κάποιοι, ίσως λιγότεροι δεν έχουν πεισθεί για το ελληνικό δίκαιο και προφανώς λένε το πάγιο: βρείτε τα με την Τουρκία. Και φυσικά δεν θα συγκρουστούν με την Τουρκία ούτε οι παράγοντες της ΕΕ, ούτε το Ισραήλ -αν το κάνει θα είναι για δικούς του λόγους. Τι θα κάνει σε αυτή την περίπτωση που δυστυχώς δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό ενδεχόμενο αλλά μία βάσιμη πιθανότητα η ελληνική κυβέρνηση; Θα προκαλέσει θερμό επεισόδιο; Κατ αρχήν θα προειδοποιήσει, θα προκαλέει παρέμβαση των καλοθελητών «συμμάχων» και θα αναγκαστεί για να αποφύγει την πολεμική αναμέτρηση να συμφωνήσει σε εφ όλης της ύλης διάλογο με την Τουρκία ή παραμπομή στην Χάγη με βάση την τουρκική ατζέντα. Εφόσον ο Ερντογάν θελήσει να παίξει το δικό του παιχνίδι μέχρι τα άκρα, η εξέλιξη είναι μοιραία. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν το αντέχει καμία ελληνική κυβέρνηση γιατί θα οδηγήσει σε εγκατάλειψη κυριαρχικών δικαιώματα της χώρας. Και πολύ περισσότερο δεν το αντέχει η «πατριωτική δεξιά» της ΝΔ όσο κι αν απλώς παρακολουθούν τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών να κάνουν το ένα λάθος μετά το άλλο χωρίς να μιλάνε για να μην δώσουν πόντους στην αντιπολίτευση. Κάπως έτσι ο Ερντογάν έχει την δυνατότητα να επηρεάσει εάν όχι να καθορίσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας. 

Πηγή DOCUMENTO