Φάκελος «Εδεσσαίος ποταμός» Όχι στην τσιμεντοποίηση του μεγαλύτερου βραχίονα ποταμού της Έδεσσας!

Μια οικολογική καταστροφή στην Έδεσσα με την σφραγίδα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας

Ο Εδεσσαίος επιστήμονας Παντελής Παπάζης είναι γεωλόγος - Καθηγητής Πανεπιστημίου στις ΗΠΑ - Ερευνητής και άριστος γνώστης της δομής των πετρωμάτων. Έχει αρθρογραφήσει τον Ιανουάριο του 2020, αλλά και νωρίτερα, με την διαφαινόμενη τσιμεντοποίηση του Εδεσσαίου ποταμού (στις εφημερίδες και τα site του Νομού Πέλλας).

Την άποψή του επαναδημοσιεύουμε και εμείς στην «Παρέμβαση στην Πέλλα»

Όπως και προεκλογικά, έτσι και πρόσφατα στην κοινωνία της Έδεσσας έχουν ξεσπάσει πάλι έντονες συζητήσεις σχετικά με την τσιμεντοποίηση του μεγαλύτερου βραχίονα ποταμού της περιοχής (το ποτάμι «του Χαλιμά»).

Σαν πρόσχημα μερικοί «ειδήμονες» της περιφερειακής διοίκησης χρησιμοποιούν την ανάγκη «αντιπλημμυρικής προστασίας» της Έδεσσας.

Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις για να καταλάβει κανείς το γελοίο αυτού του προσχήματος!

Αντιπλημμυρικό έργο σημαίνει αύξηση της χωρητικότητας ενός ποταμού. Κάτι που πετυχαίνεται με διαπλάτυνση ή με εμβάθυνση ή με αναχωμάτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση όμως η τσιμεντοποίηση της κοίτης δεν έχει καμία σχέση με αντιπλημμυρική θωράκιση!

Να σημειωθεί ότι ήδη υπάρχει αντιπλημμυρικό έργο στην Έδεσσα.

Πρόκειται για μια υπόγεια εκτροπή του ποταμού που ξεκινά από το Κιουπρί και, αφού περνά κάτω από το Μυσιρί, καταλήγει στο ποτάμι του σταθμού (ήδη τσιμεντοποιημένο και νεκρό). Η δε χωρητικότητά του είναι πολύ μεγαλύτερη αυτής του ποταμού βραχίονα «Χαλιμά»!

Τσιμεντοποίηση κοίτης σημαίνει απλώς στεγανοποίηση που αρμόζει κυρίως σε βόθρους, οχετούς αποβλήτων ή χειμάρρους και όχι σε έναν πανέμορφο βραχίονα ποταμού του βράχου της Έδεσσας, τη στιγμή που αυτός είναι ο μόνος που απόμεινε «ζωντανός». Ο μόνος που ακόμη δεν έχει υποστεί τις παρεμβάσεις των «ειδημόνων» σαν αυτές που κατέστρεψαν σχεδόν όλα τα ποτάμια της Έδεσσας αφαιρώντας από αυτά κάθε ίχνος ζωής.

Το πέτρωμα πάνω στο οποίο είναι κτισμένη η Έδεσσα είναι η κλασική τραβερτίνη ή κοινώς πουρόπετρα. Το πέτρωμα αυτό χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο πορώδες, της τάξης του 5%-30%.

Ένα πέτρωμα με πορώδες αυτού του μεγέθους δεν είναι δυνατόν να διατηρήσει υγρασία εάν δεν έχει και συνεχή τροφοδοσία. Διακοπή τροφοδοσίας έστω και για λίγο χρονικό διάστημα έχει κυριολεκτικά σαν συνέπεια τη νέκρωση του βράχου!

Στεγανοποίηση οποιουδήποτε βραχίονα ποταμού της Έδεσσας σημαίνει όχι μόνο στέρηση της απαραίτητης υγρασίας που χρειάζεται το υπέδαφος και η φύση της Έδεσσας, αλλά και τη στέρηση ολόκληρου του βράχου της Έδεσσας από όλα τα πολύτιμα χημικά στοιχεία που στην κυριολεξία τον δημιούργησαν και είναι απαραίτητα για αυτή καθεαυτή την ύπαρξή του.

Οι κανόνες της φύσης και οι νόμοι της Γεωλογίας είναι απαραβίαστοι!

Ένα δεύτερο πρόσχημα σχετικά με τη μετατροπή του ποταμού σε τσιμενταύλακα αναφέρεται σε καθιζήσεις που υπέστησαν μερικές κατοικίες τα τελευταία χρόνια.

Η Γεωλογία μάς διδάσκει ότι, όταν οι πόροι ενός πετρώματος στεγνώνουν (αδειάσουν), το πέτρωμα παύει να είναι συμπαγές, χάνει τη συνοχή του, με συνέπεια και τις καθιζήσεις.

Μήπως, λοιπόν, κύριοι «ειδήμονες», οι καθιζήσεις έχουν σχέση με την τσιμεντοποίηση των ποταμών της Έδεσσας και τη στέρηση υγρασίας από το υπόβαθρο της Έδεσσας;

Η απάντηση βρίσκεται σε παραδείγματα από όλον τον πλανήτη, όπως αυτό της Νέας Ορλεάνης, όπου μεγάλα τμήματα της πόλης έπαθαν καθίζηση ύστερα από τη στεγανοποίηση σε τμήματα της κοίτης του Μισισιπή ποταμού. Να σημειωθεί ότι τα ιζήματα στο υπόβαθρο της Νέας Ορλεάνης είναι σχετικά με τα ιζήματα της Έδεσσας.

Ένα άλλο παράδειγμα προς αποφυγή είναι η κατάσταση σε περιοχές της πολιτείας της Νότιας Φλόριντας, που έχουν γέμιση από καθιζήσεις/ανοίγματα - τα γνωστά «sinkholes». Πρόκειται για καθιζήσεις που «καταπίνουν» ανθρώπους, αυτοκίνητα, ακόμα και ολόκληρα σπίτια. Και τα αίτια: Η συστολή του όγκου των πετρωμάτων του υπεδάφους και η καταστροφή της συνοχής και ισορροπίας του λόγω της υπερβολικής άντλησης.

Τα ποτάμια της Έδεσσας, λοιπόν, δεν συντελούν σε καμία καθίζηση, άλλα, το αντίθετο, συντελούν στο να διατηρείται το πέτρωμα συμπαγές!

Τα περί καθίζησης, λοιπόν, είναι φθηνή και γελοία πρόφαση χρηματοδότησης...

Το τρίτο πρόσχημα είναι η αντιστήριξη της όχθης του ποταμού, που σε ελάχιστα σημεία όντως παρουσιάζει προβλήματα.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του Τραβερτίνη είναι ότι, εφόσον υπάρχει συνεχής ροή νερού, το πέτρωμα ή ο βράχος κτίζεται (σταλακτίτες-σταλαγμίτες κ.λπ.). Σε περίπτωση κάποιας ρωγμής ή σπασίματος, το σπάσιμο επουλώνεται με νέα εναπόθεση αλάτων, όπως ακριβώς επουλώνεται μια πληγή σε έναν ζωντανό οργανισμό.

Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι οι καταρράκτες της Έδεσσας κτίζουν τον βράχο, ο όποιος επεκτείνεται, σε αντίθεση με άλλους καταρράκτες, όπως αυτός του Νιαγάρα, όπου ο βράχος «τρώγεται» και οπισθοχωρεί.

Η διάφορα είναι στο ότι τα νερά της Έδεσσας είναι υπέρ-κεκορεσμένα με ανθρακικό ασβέστιο (CaCO2) που έχει αποτέλεσμα το κτίσιμο του πετρώματος, ενώ αυτά του Νιαγάρα εiναι υπό-κεκορεσμένα ή όξινα, με αποτέλεσμα ο καταρράκτης να «τρώει» το πέτρωμα και να «οπισθοχωρεί».

Τα ρυάκια που έσκαψαν οι παππούδες Εδεσσαίοι στην περιοχή των μύλων και στους μπαχτσέδες του λόγγου πριν από μερικές δεκαετίες σήμερα μοιάζουν σαν να είναι λαξευμένα πάνω σε πουρόπετρα, αν και η χάραξή τους έγινε πάνω σε μαλακό χώμα!

Τα ρυάκια αυτά, όπως και τα ποτάμια της Έδεσσας, κτίζουν μονά τους τις όχθες και τις κοίτες τους, άρα δεν χρειάζονται τις καταστροφικές παρεμβάσεις του «αντιπλημμυρικού προγράμματος».

Μια συντήρηση ήπιας μορφής κατά καιρούς είναι υπεραρκετή ώστε να σωθούν και τα 80 περίπου δένδρα του ποταμού «Χαλιμά», που θα καταστρέψει η προτεινόμενη παρέμβαση!

Ως σπάνιο και μοναδικό, λοιπόν, μπορεί να χαρακτηριστεί το υδρογεωλογικό σύστημα της Έδεσσας, που χρειάστηκε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια (περί τα 350.000), ώστε η φύση κάτω από ιδιαίτερα σπάνιες συγκυρίες να δημιουργήσει αυτό το θαύμα που λέγεται βράχος της Έδεσσας.

Το πορώδες του βράχου συντελεί στη μοναδική αυτή ευλογία της περιοχής που λέγεται εδεσσαϊκή βλάστηση. Κοίτες και όχθες, χτισμένες από το ίδιο το ποτάμι, σε συνδυασμό με την καθαρότητα και τη μοναδική χημική σύσταση του όλου συστήματος (νερό, πετρώματα, βλάστηση, κλιματολογικές συνθήκες), ενδείκνυνται για κάτι το μοναδικό και σπάνιο σε ό,τι αφορά ένα οικοσύστημα.

Η μοναδικότητα του όλου συστήματος αγγίζει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας.Οι παλαιότεροι θυμόμαστε όταν όλα τα ποτάμια της Έδεσσας έβριθαν από ζωή.

Θυμόμαστε τις νοστιμότατες «μρενκες», τις πλατίκες, τα μικρά χέλια που δεν αναφέρονται σε καμία εγκυκλοπαίδεια, τις καραβίδες , τα «τσιρόνια», τα οστρακοειδή, τις νεροφίδες, τα βατράχια, τα αγριόκρινα, τις αγριομολόχες...

Παρόλο που όλα αυτά τα είδη έχουν ολοσχερώς εξαφανιστεί από όλα τα τσιμεντοποιημένα ποτάμια της Έδεσσας, μερικά είδη εξακολουθούν να υπάρχουν στο υπό τσιμεντοποίηση ποτάμι!

Σεβαστοί μου Συμπολίτες Εδεσσαίοι,

Οι παππούδες μας πριν εξήντα περίπου χρόνια, με όλες τις δυσκολίες διαβίωσης που αντιμετώπιζαν τότε, παρά τις απειλές για το περιβόητο «κοινωνικών φρονημάτων»... και άλλα πολλά..., παράτησαν τη βιοπάλη τους, κατέβηκαν στους δρόμους της πόλης μας και τόλμησαν να «κατέβουν» ακόμα και στην Αθήνα, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν την καταστροφή/κατάργηση των καταρρακτών της Έδεσσας από τους τότε «ειδήμονες», τα κίνητρα των οποίων δεν διέφεραν πολύ από τα σημερινά.

Σήμερα κινδυνεύει ολόκληρος ο βράχος, ολόκληρο το υπόβαθρο της φύσης και της Έδεσσας.

Σήμερα καλούμαστε όλοι, όπως και τότε, να πάρουμε ανάλογη θέση αντάξια αυτής των παππούδων μας.

Πιστεύω ότι μια σύντομη ανασκόπηση της γεωλογικής ιστορίας της Έδεσσας θα βοηθήσει στο να κατανοήσει κάνεις τη βαρύτητα μιας άσκοπης και ανεξέλεγκτης παρέμβασης στα της ισορροπίας της φύσης.

Θα προσπαθήσω με το περιορισμένο τεχνικό λεξιλόγιο μου να αναφερθώ με απλή γλώσσα σε περίπλοκα γεωλογικά και τεχνικά θέματα. Η Γεωλογία/ Γεωφυσική είναι το αντικείμενο που σπούδασα στην Αμερική και το εξάσκησα επαγγελματικά για σαράντα περίπου χρόνια εκτός Ελλάδας.

Πάνω από όλα όμως αυτό το θαύμα της φύσης που λέγεται Έδεσσα!

Το κτίσιμο του βράχου της Έδεσσας ξεκίνησε πριν από περίπου 350.000 χρόνια και συνεχίζεται και μέχρι σήμερα - μετ' εμποδίων!

Η γεωλογική αυτή περίοδος είναι μέρος της λεγόμενης εποχής των παγετώνων του Πλειόκαινου, που κατά καιρούς σκέπαζαν το μεγαλύτερο μέρος του Βόρειου Ημισφαιρίου.

Το Πλειόκαινο είναι μια γεωλογική περίοδος (εποχή) που ξεκίνησε πριν 2,8 εκατ. χρόνια και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με τους παγετώνες να βρίσκονται σε φάση υποχώρησης.

Οι περίοδοι των παγετώνων αυτής της εποχής χαρακτηρίζονται από στρώματα πάγου που σε ορισμένες περιοχές ξεπερνούσαν σε πάχος τα τρία (3) χιλιόμετρα.

Πληροφοριακά: Οι «Μεγάλες Λίμνες» του Καναδά σχηματίστηκαν σε βαθουλώματα που δημιουργήθηκαν από την υποχώρηση (καθίζηση) του φλοιού της γης κάτω από το βάρος του όγκου των πάγων.

Η υποχώρηση και το λιώσιμο των παγετώνων στην ηπειρωτική Ευρώπη (κορυφώθηκε γύρω στα 170.000 χρόνια), είχε μεν αποτέλεσμα τη δυναμική διάβρωση της επιφάνειας, αλλά και ταυτόχρονα τη χημική διάβρωση πετρωμάτων, που συντέλεσε στον εμπλουτισμό του νερού των παγετώνων με ξένα στοιχεία, όπως το θειικό, το ανθρακικό ασβέστιο και πολλά άλλα μέταλλα και στοιχεία.

Η ιδιαιτερότητα του νερού που προέρχεται από το λιώσιμο των πάγων (όπως και αυτή του νερού της βροχής) είναι η έλλειψη ξένων χημικών στοιχείων, δηλαδή είναι υποκεκορεσμένο.

Το υποκεκορεσμένο νερό έχει την ιδιότητα να απορροφά (να αποσπά) ξένα στοιχεία από τα πετρώματα με τα οποία έρχεται σε επαφή ώστε να προκαλεί χημική διάβρωση - όπως και το βρόχινο νερό που μάζευαν οι γιαγιάδες μας στα βαρέλια για «εύλογους λόγους».

Ο εμπλουτισμός ενός υγρού με ξένα στοιχεία έχει αποτέλεσμα (σε αντίθεση με το υποκεκορεσμένο) τη δημιουργία του κορεσμένου ή και το υπερκεκορεσμένου υγρού.

Η λεκάνη της αρχαίας Βεγορίτιδας όπως και σήμερα προς τα νοτιοανατολικά ήταν οριοθετημένη από ορεινούς όγκους όπως το Βέρμιο και ο Βόρας, με τη διαφορά ότι στην περιοχή που είναι σήμερα το πέρασμα προς τα Βρυτά, το Βέρμιο αποτελούσε συνέχεια του Βόρα και αυτή η συνέχεια σχημάτιζε ένα τεράστιο φυσικό φράγμα.

Τα κυρίως πετρώματα της γύρω περιοχής της λεκάνης είναι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί ηλικίας ανά των 250 εκατομμυρίων ετών δηλαδή σχηματισμοί με κύριο χημικό συστατικό το ανθρακικό ασβέστιο (CaCO2).

Είναι εύκολα, λοιπόν, να κατανοήσει κανείς πώς πριν από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, η τεράστια ποσότητα υποκεκορεσμένου νερού, όταν ήρθε σε επαφή με τα ασβεστολιθικά πετρώματα της λεκάνης της αρχαίας Βεγορίτιδας, μετατράπηκε σε υπερκεκορεσμένο, πλούσιο σε ανθρακικό ασβέστιο.

Να σημειωθεί ότι η τότε λίμνη της Βεγορίτιδας είχε τεράστια έκταση σε σύγκριση με τη σημερινή.

Κάλυπτε όλη τη λεκάνη της σημερινής Πτολεμαΐδας και επεκτεινόταν μέχρι και την περιοχή της Φλώρινας.

Τα μεγάλα αποθέματα λιγνίτη της περιοχής είναι δημιουργήματα αυτής της πανάρχαιας λίμνης στον πυθμένα της οποίας δημιουργήθηκε ο άνθρακας.

Οπωσδήποτε η σημερινή μορφολογία του εδάφους της περιοχής είναι σχετικά διαφορετική από την τότε. Παράδειγμα, οι λιγνίτες της Βέβης βρίσκονταν σε σχετικά μεγαλύτερο υψόμετρο από αυτό του λιγνίτη της Πτολεμαΐδας, αν και δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα σε περιοχές με ίδιο υψόμετρο.

Στην δε σημερινή περιοχή της Δροσιάς-Μουχαρεμπαχιά στρώματα ασβεστολιθικών πετρωμάτων δημιούργησαν ένα τεράστιο φυσικό φράγμα, του οποίου οι διαρροές εμπλουτίζονταν επιπρόσθετα με ανθρακικό ασβέστιο.

Οι διαρροές αυτές της αρχαίας Βεγορίτιδας ήταν το ξεκίνημα της δημιουργίας του περάσματος «Μουχαρέμ». Αυτές οι διαρροές της αρχαίας Βεγορίτιδας μέσω της λεκάνης της σημερινής λίμνης του Άγρα ήταν και το ξεκίνημα του σχηματισμού του σημερινού βράχου του Άγρα και εν συνέχεια του βράχου της Έδεσσας. Τα πετρώματα αυτά των σχηματισμών του Άγρα και της Έδεσσας είναι ο κλασικός σχηματισμός τραβερτίνης ή κοινώς της πουρόπετρας.

Το πέτρωμα της τραβερτίνης δημιουργείται από την απελευθέρωση ξένων στοιχείων (στην περίπτωση της Έδεσσας κυρίως CaCO2), από υπερκεκορεσμένο νερό όταν αυτό βρεθεί σε κατάλληλες συνθήκες πίεσης, θερμοκρασίας και χημικού ή φυσικού περιβάλλοντος.

Συνήθως ένα τέτοιο περιβάλλον δημιουργείται σε χώρους όπου υπάρχει ραγδαία αλλαγή της ταχύτητας, κινήσεις του νερού, όπως, π.χ., η πτώση σε μορφή καταρράκτη.

Η πόλη της Έδεσσας είναι κτισμένη πάνω σε έναν τεράστιο βράχο τραβερτίνης η κουφόπετρας, όπως λέγεται στα εδεσσαϊκά!

Ένας απλός περίπατος στον λόγγο της Έδεσσας θα βοηθήσει για να βγουν μερικά απλά συμπεράσματα σχετικά με την ιστορία του βράχου.

Ένα από τα πρώτα συμπεράσματα είναι ότι το πρανές (η κλίση) του βράχου και η «ζωντάνια» του είναι συνάρτηση της ύπαρξης νερού:

Προς τη μεριά του Άγιου Μάρκου, ο βράχος δείχνει σημεία καταστροφής. Δεν είναι πλέον «κρημνώδης», αλλά πρανής.

Προς δε την περιοχή της μεραρχίας έχει στεγνώσει και αρκετοί βράχοι έχουν ξεκολλήσει.

Στη ζώνη Ψηλός Βράχος-Μητρόπολη, τεράστιοι ογκόλιθοι έχουν ξεκολλήσει και είναι διάσπαρτοι κάτω από τη Μητρόπολη προς την περιοχή της αρχαίας Έδεσσας.

Προς την περιοχή των μύλων και των καταρρακτών, όπου υπαρχή σχετικά συνεχής ροή, ο βράχος είναι υγιής (ζωντανός). Οι ρωγμές που έχουν προκληθεί από πρόσφατους σεισμούς βρίσκονται σε διάφορα σταδία επούλωσης, ενώ παλαιότερες ρωγμές έχουν επουλωθεί πλήρως.

Να σημειωθεί ότι τα ποτάμια στην περιοχή Άγιου Μάρκου, αν και στέρεψαν σχετικά πρόσφατα (αρχές 1900;;;), ο βράχος δείχνει σημάδια αποσύνθεσης σε αντίθεση με τον βράχο των καταρρακτών, όπου ο γκρεμός έχει αρνητική κλίση και συνεχίζει να κτίζεται και να αυτό-επουλώνει ρηγματισμούς ή φθορές

Να σημειωθεί ότι το μόνο ποτάμι που συντελεί στο υγιές του βράχου των καταρρακτών είναι αυτό του «Χαλιμά», για το οποίο εκκρεμεί καταδικαστική απόφαση που σήμερα καλούμαστε όλοι και όλες να την ανατρέψουμε!

Τα μεγάλα ερωτήματα έχουν ως εξής:

Ποιοι είμαστε εμείς που ή συντελούμε ή μένουμε αδιάφοροι στην καταστροφή ενός από τα ωραιότερα μνημεία της φύσης στον πλανήτη Γη;

Παντελής Παπάζης - Γεωλόγος