Σ. Φάμελλος στο 5ο Συμπόσιο Ενεργειακής Μετάβασης της Ελληνικής Εταιρείας Ενεργειακής Οικονομίας: «Η ενεργειακή μετάβαση δεν πρέπει να αφορά μόνο τους λίγους»

2020-09-30

Ομιλία του Τομεάρχη Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτη Φάμελλου, στο 5ο Συμπόσιο Ενεργειακής Μετάβασης της Ελληνικής Εταιρείας Ενεργειακής Οικονομίας

«Η ενεργειακή μετάβαση δεν πρέπει να αφορά μόνο τους λίγους»

Η ενεργειακή μετάβαση είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια, η οποία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη υπό τα νέα δεδομένα λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Εμείς, ως ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζουμε την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Πράσινη Συμφωνία και ζητάμε να μην τροποποιηθούν οι στόχοι της μετάβασης και της κλιματικής ουδετερότητας με δικαιολογία την πανδημία. Γιατί μάς έχει προκαλέσει ανησυχία το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, δε διατηρήθηκαν τα κλιματικά κριτήρια ως αιρεσιμότητες. Κάποιες χώρες ζήτησαν να μη διατηρηθεί η κλιματική ουδετερότητα ως αιρεσιμότητα για τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και τώρα, μένει η Ευρώπη να αποδείξει ότι παραμένει συνεπής στο στόχο της κλιματικής ουδετερότητας. Παρατηρείται γενικά μία αντίφαση καθώς από τη μία έχουμε μεγάλες δηλώσεις που δεν αποτυπώνονται όμως σε πράξεις και θεσμικές πρωτοβουλίες, βλέπουμε λοιπόν να υπάρχει απόκλιση δηλώσεων και πράξεων.

Αυτή τη στιγμή γίνεται μία συζήτηση, σε επίπεδο Ε.Ε., ως προς την ανάγκη για πιο φιλόδοξους στόχους (55% μείωση εκπομπών έως το 2030), όπου, εμείς και η Ευρωπαϊκή Αριστερά και οι Πράσινοι είμαστε υπέρ της δέσμευσης για μείωση εκπομπών άνω του 60%, της μεγαλύτερης δηλαδή δυνατής μείωσης και της μεγαλύτερης δυνατής διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η μετάβαση πρέπει να γίνει προς τις ΑΠΕ και να σημάνει την απεξάρτηση από όλα τα ορυκτά καύσιμα συμπεριλαμβανομένου και του φυσικού αερίου, αυτό είναι το μεγάλο μας στοίχημα. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αναθεωρηθούν και τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), κάτι που φαίνεται ότι θα γίνει το 2023.

Οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας δεν αφορούν όμως μόνο την τεχνολογία και την οικονομία αλλά και την κοινωνία στο σύνολό της. Αφορούν επιπλέον τη νεολαία που μάς ζητάει να αλλάξουμε το σύστημα και όχι το κλίμα, το μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης.

Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να συνδεθεί με έναν συνολικό κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματισμό.

Σε αυτό το σημείο επιτρέψτε μου να θέσω κάποια καίρια ζητήματα και ερωτήματα:

Ενεργειακή μετάβαση για ποιους και με ποιους;

Για εμάς η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Ενεργειακή μετάβαση για όλη την κοινωνία και με όλη την κοινωνία.

Πρέπει ακόμη να θέσουμε το ερώτημα ποιος θα ωφεληθεί από τη μετάβαση και ποιος θα επωμιστεί το κόστος. Για εμάς θα πρέπει όλοι οι πολίτες και η κοινωνία στο σύνολό της να ωφεληθεί από τη διαδικασία αυτή όπως και ότι οι πολίτες δεν πρέπει να πληρώσουν κόστος και να επωμιστούν βάρη που δεν τους αναλογούν.

Πρόσβαση σε ενέργεια σε χαμηλό κόστος

Κεντρικό σε αυτό το πλαίσιο είναι και το ζήτημα του κόστους ενέργειας που οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι θα παραμείνει σε προσιτές τιμές για τους πολίτες και τους επαγγελματίες. Ειδικά τώρα που η κοινωνία και η οικονομία κάνουν μία μεγάλη προσπάθεια να ανακάμψουν μετά την πανδημία. Το χαμηλό κόστος ενέργειας είναι επιπρόσθετα στοιχεία ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ειδικά για τις επιχειρήσεις με μεγάλη κατανάλωση ενέργειας.

Στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, η κυβέρνηση της ΝΔ, επέλεξε να προχωρήσει σε αύξηση των τιμολογίων της ΔΕΗ, κατά περίπου 20%, γεγονός που αφενός οδήγησε τους συνεπείς της πελάτες σε «φυγή» και αφετέρου αύξησε το μερίδιο της αγοράς και το περιθώριο κέρδους των εναλλακτικών παρόχων και ανταγωνιστών της. Η αδράνεια και η αδιαφορία της κυβέρνησης της ΝΔ για το κόστος ενέργειας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Συγκεκριμένα, ενώ η Οριακή Τιμή του Συστήματος (ΟΤΣ) άρχισε να καταρρέει από την αρχή του 2020, έφτασε χαρακτηριστικά στα 41 ευρώ ανά MWh (μέση τιμή εξαμήνου ΟΤΣ), την ίδια στιγμή η ΔΕΗ πουλούσε με 110 ευρώ ανά MWh, 104 ευρώ με την έκπτωση συνέπειας, χωρίς δηλαδή να μετακυλίεται η τεράστια μείωση κόστους στους τελικούς καταναλωτές. Δίνει όμως επιπλέον 170% περιθώριο κέρδους για τους προμηθευτές ενώ το αντίστοιχο περιθώριο κέρδους του πρώτου εξαμήνου του 2019 κυμαινόταν από 16-40%. Υπάρχει λοιπόν πολιτική βούληση να μειωθεί το κόστος για τους επαγγελματίες και τα νοικοκυριά όπως και να προχωρήσουν οι απαραίτητες ρυθμίσεις ώστε να αποτραπούν τα υπερκέρδη; Γιατί τελικά αντί για μείωση των τιμών με την αύξηση του ανταγωνισμού, βλέπουμε συσσώρευση υπερκερδών και αύξηση τιμών για τους τελικούς καταναλωτές.

Το αίτημα για δίκαιη μετάβαση πρέπει να αφορά μόνο τις λιγνιτικές περιοχές ή το σύνολο της κοινωνίας;

Πιστεύουμε ότι αποτελεί υποχρέωσή μας τα οφέλη από τη μετάβαση να διαμοιραστούν σε όλη την κοινωνία, όπως και στο σχεδιασμό να συμμετέχουν όλοι οι φορείς, όπως και οι πολίτες, να είναι δηλαδή μία δημοκρατική διαδικασία, με κεντρικό σύνθημα και αρχή να μη μείνει κανείς πίσω.

Πρέπει όλοι μαζί να συμφωνήσουμε ότι η ενεργειακή μετάβαση και ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της κοινωνίας μας δε πρέπει να εμβαθύνει υφιστάμενες ανισότητες και δεν πρέπει να δημιουργήσει νέες ανισότητες και αποκλεισμούς (όπως ενεργειακή φτώχεια). Η ενεργειακή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ είχε ως βασικό άξονα και κριτήριο τη στήριξη των πιο αδύναμων, στοιχείο που διέτρεχε όλες τις δικές μας πολιτικές. Προσθέσαμε κοινωνικά κριτήρια στο Εξοικονομώ κατ' οίκον ώστε να στηρίξουμε περισσότερο τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, όπως και λάβαμε ειδική μέριμνα για την επανασύνδεση στο ρεύμα νοικοκυριών που αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις οφειλές τους, με το Ταμείο Επανασυνδέσεων που βοήθησε έξι χιλιάδες πεντακόσια (6.500) νοικοκυριά να αποκτήσουν πρόσβαση στο ρεύμα. Σήμερα, που η πανδημία δοκιμάζει την ελληνική κοινωνία, έχουμε ζητήσει από την κυβέρνηση να μεριμνήσει, με τροπολογία που καταθέσαμε για δωρεάν επανασύνδεση και δωρεάν παροχή ρεύματος στις πιο ευάλωτες ομάδες και σε αυτούς που επλήγησαν από την πανδημία που, δυστυχώς, δεν έγινε δεκτή από την κυβέρνηση. Οι πολιτικές για την ενεργειακή φτώχεια πρέπει να είναι προτεραιότητα στην ενεργειακή πολιτική.

Μετάβαση για ποιους και με ποιους - Καθαροί κανόνες και ενεργειακές κοινότητες

Ειδικά στις ΑΠΕ, οφείλουμε τουλάχιστον να διπλασιάσουμε τη διείσδυση έως το 2030 και να την αυξήσουμε περαιτέρω μέχρι το 2050. Δυστυχώς όμως αυτό που συμβαίνει σήμερα, μετά και τον αντιπεριβαλλοντικό νόμο 4685, είναι μία άναρχη ανάπτυξη, όπου αδειοδοτούνται έργα ΑΠΕ με fast track διαδικασίες, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη κριτήρια προστασίας της φύσης, της βιοποικιλότητας και του τοπίου. Σήμερα υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον, αιτήσεις για έντεκα χιλιάδες (11.000) έργα, συνολικής ισχύος 76 GW όταν το ΕΣΕΚ προβλέπει ότι θα χρειαστούν μόλις 8.5 GW. Υπάρχει υπερθέρμανση των αιτήσεων, η οποία δημιουργεί τεράστια ανησυχία και πολλαπλασιασμό της έντασης στις τοπικές κοινωνίες, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος εξαιτίας ακριβώς αυτού, να μην πραγματοποιηθούν καν οι «πραγματικές» επενδύσεις που θα είναι συμφέρουσες και για τη χώρα.

Ένας από τους λόγους είναι ότι η κυβέρνηση καθυστερεί την αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, που είχε ξεκινήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ παράλληλα άλλαξε το πλαίσιο διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών και μεταβάλλονται οι προδιαγραφές το έργο για την εκπόνηση Προεδρικών Διαταγμάτων για τις περιοχές Natura 2000 που είχε ξεκινήσει επίσημα το 2019. Χωροθετούνται ΑΠΕ με χωροταξικό πλαίσιο παλαιό και ξεπερασμένο, του 2008, όταν βρισκόμαστε ήδη στο 2020. Έχουν αλλάξει και τα τεχνολογικά δεδομένα και το πλαίσιο προστασίας της φύσης, και οι στόχοι.

Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει επιλέξει ακόμη να «παγώσει» τις Ενεργειακές Κοινότητες, μία θεσμική τομή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, που θα έδινε τη δυνατότητα οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες να εμπλακούν ενεργά στην ενεργειακή μετάβαση και να έχουν και οι ίδιες όφελος από την ανάπτυξη ΑΠΕ στην περιοχή τους. Εμείς θέλουμε υπεραξία και θέσεις εργασίας για τις τοπικές κοινωνίες όπως και πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση για τη κατανομή κερδών από την ανάπτυξη ΑΠΕ και στις τοπικές κοινωνίες.

Αναγκαίος ο κλιματικός νόμος

Όλα τα παραπάνω πρέπει να αποτυπώνονται σε έναν κλιματικό νόμο που θα συνδέει όλες τις χρηματοδοτήσεις συμπεριλαμβανομένου και του ιδιωτικού τομέα με το κλιματικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα κάθε επένδυσης.

Δεν μπορούμε επιπλέον, να καθυστερούμε τη μετάβαση υποστηρίζοντας μη βιώσιμες λύσεις, όπως το φυσικό αέριο.

Χρειαζόμαστε ακόμη ένα πραγματικό σχέδιο δίκαιης μετάβασης για τις λιγνιτικές περιοχές που δεν υπάρχει ακόμη. Εδώ και είκοσι μέρες (20) περιμένουμε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να αναρτήσει στο opengov το σχέδιο για τη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών, ενώ έχει περάσει ένας χρόνος από την ανακοίνωση της απολιγνιτοποίησης χωρίς σχέδιο.

Μεταρρυθμίσεις και επιτυχίες κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ

Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα όσον αφορά στους κλιματικούς στόχους. Πετύχαμε τον εθνικό δεσμευτικό στόχο διείσδυσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας του 2020 ήδη από το 2018 (18%) και την ίδια χρονιά το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή ήταν 26%. Την περίοδο 2015-2019, υλοποιήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον ενεργειακό τομέα, με ένα νέο μηχανισμό στήριξης των ΑΠΕ, που επέτρεψε τη σημαντική υποχώρηση/μείωση του κόστους των ΑΠΕ, προχώρησε ακόμη ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων στην αγορά ενέργειας, θεσμοθετήθηκε το Χρηματιστήριο Ενέργειας. Την ίδια περίοδο, είχαμε το πρώτο αυτόνομο ενεργειακά νησί, την Τήλο, προχώρησε επίσης και το υβριδικό της Ικαρίας, όπως και επιταχύνθηκαν οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών, διατηρήσαμε παράλληλα, το δημόσιο έλεγχο στα δίκτυα ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, κάτι που τροποποιεί σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ, χάνοντας ένα πολύ σημαντικό εργαλείο της πολιτείας για τον εθνικό σχεδιασμό.

Ως κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πετύχαμε τέλος, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, να μην αυξηθεί καθόλου το κόστος ενέργειας την περίοδο 2015-2019, ενώ το διάστημα 2010-2014 οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκαν κατά 60%.

«Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί να αλλάξουμε το σύστημα, μάς καλεί δηλαδή να αλλάξουμε παραγωγικό μοντέλο, έτσι ώστε η πράσινη ανάπτυξη να μην αφορά τους λίγους, ενσωματώνοντας μία νέα ανάγνωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και με πλουραλισμό στην παραγωγή καθαρής ενέργειας. Όχι από λίγους, για λίγους, γιατί αυτή η επιλογή θα οδηγήσει, και δικαίως, σε εντάσεις και αδιέξοδα με την κοινωνία».

...