Στη μνήμη του Βασίλη Μάγγου...

Υπάρχει μια ιστορία που θυμίζει πως η κοινωνική ιεραρχία είναι έτοιμη να δαγκάσει αχάριστα ακόμη και τους πιστότερους των υπηρετών της, καθώς ο αλληλεξαρτώμενος χαρακτήρας των θεσμών και το εύρος αποτίμησής τους από την κοινωνία δεν μπορεί να ξεπερνά τα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια οργάνωσης και θεσμοθέτησης κανόνων, τα οποία διαμορφώνουν το πλαίσιο της ευταξίας (Parsons και Platt 1973), της «υπακοής», ώστε να δρα ως αναπαραγωγικός μηχανισμός της εξουσίας των λίγων και της βόλεψης των πολλών. Με άλλα λόγια η κοινωνική συνοχή επαναεπιβεβαιώνεται περισσότερο από ποτέ κάθε φορά που αίρεται, κάθε φορά που τιμωρεί με τον κεραυνό κάθε εκκοσμικευμένου Δία κάποιον δήθεν «λιποτάκτη».

Ο λιποτάκης στην ιστορία αυτήν λεγόταν Buwalda και υπήρξε πιστός υπηρέτης του βασιλιά για περισσότερα από 15 χρόνια. Έδωσε την ψυχή του, διακινδύνευσε την ζωή του, γνώρισε και υπερασπίστηκε τον Βασιλιά σε αλλότριες στεριές κι ο βασιλιάς, όλα θαυμαστά, τον παρασημοφόρησε για την γενναιότητα του και την άμεμπτη συμπεριφορά του.

Αλλά ο Buwalda, πιστός κι ικανός κι έντιμος στρατιώτης, βρέθηκε «στην σκληρότερη φυλακή στον κόσμο», με ποινή αρκετών ετών, ανάμεσα σε βιαστές, ληστές και μαχαιροβγάλτες. Το Αλκατράζ. Είχε διαπράξει το χειρότερο έγκλημα από όλα, ξεγυμνώνοντας μια τάξη που καμώνεται την δημοκρατική ώσπου να της σφυρίξουν στο αυτί τα νέα του κέρδους, οπότε τρέχει, παρά τα πλούτη της, γρηγορότερα κι από μια φτωχή πόρνη.

Ο Buwalda, ο πιστός στρατιώτης, είχε πάει σε μια ομιλία της ακατανόμαστης που μιλούσε για μιλιταρισμό και πατριαρχία, για εξουσία κι απελευθέρωση, για ελεύθερο έρωτα και αλληλεγγύη, για αναδιανομή και κρατική βία, ευρισκόμενη «κάπου 8.000 χρόνια πιο μπροστά από την εποχή της». Της Έμμα Γκόλντμαν.

Δεν έχει σημασία αν η Έμμα είχε δίκιο ή άδικο, ή έστω «που» είχε δίκιο και «που» είχε άδικο. (Σε ένα πλαίσιο άλλωστε με ομοιότητες μα και διαφορές). Το θέμα εδώ ήταν η διακίνηση της πληροφορίας, η (ενσώματη κι εκτός θεατρικής σκηνής) πραγμάτωση του Μπρεχτικού στίχου, πως ο άνθρωπος ξέρει και να υπακούει ξέρει και να πυροβολεί. Έχει όμως ένα απειλητικό ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται.

Ο Buwalda, που δεν ήταν καν τότε αναρχικός, είχε στο τέλος της ομιλίας δώσει από αβρότητα το χέρι του στην ομιλήτρια. Σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στη New York Evening Post της 30ης Ιουνίου του 1908, ο στρατηγός Fuston, παρόλο που έπλεξε το εγκώμιο του χιλιοελεγμένου στα πεδία των μαχών (και όχι στα γραφεία των στρατηγών) στρατιώτη για την γενναιότητα και την άμεμπτη συμπεριφορά του, χαρακτήρισε το παράπτωμα του χειρότερο κι από την λιποταξία. Το παράπτωμα του βέβαια δεν είχε να κάνει με προδοσία της χώρας του, αλλά με μια πρώτη επαφή με την συνειδητοποίηση της τάξης του.

«Μπορεί να υπάρξει κάτι που να καταλύει περισσότερο το ιδανικό της ελευθερίας (σσ και της επιδίωξης της ατομικής ευτυχίας που τόσο ψεύτικα διαφημίζουν κάτι νεοφιλελεύθεροι), από εκείνο το πνεύμα που προκάλεσε την καταδίκη του Buwalda?» αναρωτιόταν η τρομερή Έμμα.

Για την ιστορία, ο στρατιώτης που έχασε την δουλειά του και την ελευθερία του δυσανάλογα, σε ένα παράδειγμα προσδοκώμενου ελέγχου με τον ίδιον ως «σφάγιο» ώστε να μην τολμήσει κανείς να είναι εκτός κουτιών ελεύθερος στη χώρα της ελευθερίας, ριζοσπαστικοποιήθηκε μέσα στη φυλακή. Κι έναν χρόνο αργότερα επέστρεψε τα στρατιωτικά του μετάλλια στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών δημοσιεύοντας μια επιστολή στο αναρχικό περιοδικό Mother Earth:

Κύριε, μετά από αρκετή σκέψη αποφάσισα να επιστρέψω αυτά τα στολίδια/..../ Είναι αλήθεια πως μου μιλούν για πιστή υπηρεσία, για καλή δουλειά, για φιλίες που παγιώνονται από κινδύνους και δυσκολίες και για βάσανα που μοιράζονται κοινά στο στρατόπεδο και στον αγρό. Αλλά, κύριε, μου μιλούν επίσης για αιματοχυσία - πιθανώς μερικά από αυτά αναπόφευκτα αθώα - για ανθρώπους που δόθηκαν στην υπεράσπιση των αγαπημένων, των σπιτιών, σπίτια σε πολλές περιπτώσεις καλύβες από γρασίδι, αλλά που λατρεύονταν ωστόσο. Μιλά για επιδρομές και πυρκαγιές, πολλών κρατουμένων που έχουν συλληφθεί, και ρίχνονται στις πιο άσχημες φυλακές. Και για τι; Γιατί υπερασπίστηκαν τα σπίτια και τους αγαπημένους τους. (σσ μιλά για την αποικιοκρατική επέμβαση στις Φιλιππίνες). Μου μιλάει για όλες τις φρικαλεότητες και τα βάσανα και τα δεινά μιας χώρας σπαταλημένης με φωτιά και σπαθί · και ζώων που είναι χρήσιμα για τον άνθρωπο που σκοτώθηκαν δίχως δικαιολογία. Για ζωές ανδρών, γυναικών και παιδιών που κυνηγήθηκαν σαν άγρια θηρία, και όλα αυτά στο όνομα της Ελευθερίας, της Ανθρωπότητας και του Πολιτισμού.»

Τώρα, 11 δεκαετίες μετά, η αποικιοκρατία ενδοστρέφεται, επενεργώντας στο εσωτερικό κάθε χώρας, κι ο καπιταλισμός τρώει τον πλανήτη. Στον Βόλο (κι αλλού) οι οικοακτιβιστές προσπαθούν να αντισταθούν στην βρωμιά που εξαπλώνεται πίσω από την επίπλαστη, εφησυχαστική για τους νοικοκυραίους 'καθαριότητα', απέναντι σε ανθρώπους και πολύχρωμα συμφέροντα που όπως έχει γραφτεί 'και ακρίδες να ήταν θα είχαν χορτάσει'. Κι αντιμετωπίζονται με χυδαία, απίστευτη σιωπή των καναλιών όπως στην Κέρκυρα, ή με δολοφονικό ξύλο όπως στη Μαγνησία. Ο Βασίλης Μάγγος δολοφονήθηκε έμμεσα αλλά η ιστορία του θα μιλά «για τις φρικαλεότητες και τα βάσανα και τα δεινά μιας χώρας κι ενός πλανήτη, σπαταλημένων με φωτιά και σπαθί, κι ανθρώπων και ζώων που σκοτώνονται δίχως δικαιολογία, και όλα αυτά στο όνομα της Προόδου, του Κέρδους και της Υπακοής».

Αναδημοσίευση απο το Documento.gr