Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να συμβάλει στην αντιμετώπιση της κρίσης ελέω κορονοϊού; 

Η Ευρώπη δείχνει αδύναμη να διαχειριστεί την κρίση. Οι χώρες του Νότου ζητάνε εργαλεία για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, ενώ ο Βορράς παραμένει ανένδοτος. Τι θεωρείτε ότι πρέπει να κάνει η Ελλάδα;

Η απάντηση του Αλ. Τσίπρα, Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην Αυγή της 17-5-20:

«Η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει ουσιαστικά στην έκδοση ευρωομολόγου ή έστω σε έναν σχεδιασμό που θα ενσωματώνει τη στρατηγική της αμοιβαιοποίησης του ρίσκου και των βαρών μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, δυναμώνοντας έτσι τον ρόλο και τη φωνή της.

Σε περίπτωση που δεν προχωρήσει το ευρωομόλογο λόγω της γερμανικής ξεροκεφαλιάς, τότε το Ταμείο Ανάκαμψης οφείλει να ενισχύσει με ένα πολύ γενναίο πακέτο ρευστότητας αναλογικά όλες τις χώρες της ΕΕ, χωρίς προφανώς αιρεσιμότητες και μνημόνια.

Δυστυχώς, αυτό που βλέπουμε να κάνει η κυβέρνηση είναι να συμφωνεί μεν με το ευρωομόλογο, αλλά, την ίδια ώρα, αντί να βγαίνει μπροστά, να αποσιωπά τη σύμφωνη γνώμη που έχει δώσει. Εμείς πιστεύαμε πάντα ότι η Ελλάδα από παθητικό κράτος-μέλος της ΕΕ, θα έπρεπε να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο.

Είχαμε προτείνει τη θέσπιση της Συνόδου των Χωρών του Νότου, οι οποίες σε διαδοχικές συναντήσεις θα διαμόρφωναν κατά το δυνατόν μια ενιαία φωνή, τόσο στο Συμβούλιο των Αρχηγών όσο και στα άλλα θεσμικά όργανα. Η πρωτοβουλία είχε ξεκινήσει με την πρώτη Σύνοδο να πραγματοποιείται στην Αθήνα, και τολμώ να πω ότι είχε διαφανεί πως θα μπορούσε να αποδώσει.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση εγκατέλειψε την προσπάθεια τέτοιου είδους συναντήσεων. Είναι δυνατόν, μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή διελκυστίνδα που έχει φέρει η πανδημία, η κυβέρνηση να μην έχει ενεργοποιήσει όλες τις δυνατές συμμαχίες και προφανώς τη Σύνοδο των Χωρών του Νότου;

Και όμως, δυστυχώς είναι.

Η κυβέρνηση μένει στην ουρά των εξελίξεων, κομπάρσος, ή, ακόμα χειρότερα, θεατής στο έργο των ισχυρών, διακηρύσσοντας απλώς ότι με την υπακοή, θα κερδίσει κάποια εύνοια για θετικά μέτρα. Σε μια Ευρώπη διασταυρούμενων διεκδικήσεων και διαρκούς διαπραγμάτευσης, όμως, αυτή είναι συνταγή ήττας και καταστροφής».