Το τέλος της πανδημίας θα σημάνει την απαρχή της κοινωνικής κρίσης

Περισσότερες από 40 ημέρες έχουν περάσει από την επιβολή των περιοριστικών μέτρων. Η κρίση της πανδημίας, που ήρθε μαζί με την άνοιξη, έχει συμπαρασύρει ό,τι έχει απομείνει όρθιο από μία κοινωνία που δοκιμάζεται. Και η κρίση που έπεται θα είναι ακόμη πιο οδυνηρή, διότι θα επιφέρει ανεργία και φτώχεια.

Ήδη, αυτόν τον Μάρτιο, περισσότεροι από 77.000 συνάνθρωποί μας έχασαν τη δουλειά τους. Και χιλιάδες ακόμη έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα. Για το πώς έχουν επηρεαστεί η ζωή και η καθημερινότητά τους μίλησαν στην «Αυγή» τέσσερις εργαζόμενοι από κλάδους που πλήττονται. Όλοι αισθάνονται ανασφάλεια. Διότι εκείνοι που στο τέλος βγαίνουν χαμένοι είναι πάντα οι εργαζόμενοι.

Επιστροφή στον εργασιακό μεσαίωνα

Ο Μανώλης Καμιλάκης, 45 ετών, εργάζεται ως ξενοδοχοϋπάλληλος επί 25 χρόνια. Αυτή την περίοδο είναι στο ξενοδοχείο «Χίλτον» με σύμβαση αορίστου χρόνου η οποία έχει ανασταλεί. Σύμφωνα με τον ίδιο οι περισσότεροι εργαζόμενοι του κλάδου βασίζονται στα πενιχρά επιδόματα, ενώ εργάζονται με ευέλικτες μορφές απασχόλησης, που έχουν εξαπλωθεί μέσω των εταιρειών ενοικίασης εργαζομένων, με συμβάσεις της μίας εβδομάδας ή του ενός μήνα.

«Ο κλάδος των ξενοδοχοϋπαλλήλων ήταν ο δοκιμαστικός σωλήνας για 16 διαφορετικές ευέλικτες μορφές απασχόλησης που έχουν απορρυθμίσει την αγορά εργασίας» λέει ο Μανώλης.

«Από την άλλη υπάρχουν και οι εποχικοί ξενοδοχοϋπάλληλοι, που προσπαθούν να επιβιώσουν με επιδόματα εποχικά ή ανεργίας και εργάζονται έξι μήνες τον χρόνο. Φέτος δεν πρόκειται να δουλέψουν, διότι δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει την τουριστική περίοδο. Πώς θα τα βγάλουν πέρα το υπόλοιπο έτος;».

Επιπλέον «τα ξενοδοχεία που παρέμειναν ανοιχτά την περίοδο της πανδημίας για να λειτουργήσουν ως ξενώνες επαναπατρισθέντων δεν είχαν καμία υγειονομική προστασία για τους εργαζόμενους που ήταν εκτεθειμένοι σε πιθανά κρούσματα του ιού».

Ταυτόχρονα υπάρχουν εκείνοι που μέσα στην πανδημία βρήκαν ευκαιρία να δημιουργήσουν συνθήκες δουλείας. «Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι τα τελευταία οκτώ χρόνια είχαν κέρδη 120 δισ. από τον τουρισμό και σήμερα ζητούν από την κυβέρνηση μέτρα στήριξης» προσθέτει ο Μανώλης. «Η υποβάθμιση του ΣΕΠΕ και η ρύθμιση Βρούτση που προωθεί την εκ περιτροπής εργασία μας βάζουν σε συνθήκες επισφάλειας. Στο τέλος κάθε κρίσης πάντα οι εργαζόμενοι την πληρώνουν».

Η οικονομική κρίση ξεκινά εκεί που τελειώνει η πανδημία

Ο Γιώργος Βασιλόπουλος είναι 62 ετών και εργάζεται ως οδηγός ταξί εδώ και 20 χρόνια. Η κρίση της πανδημίας έχει επηρεάσει ανεπανόρθωτα την καθημερινότητά του. Σταμάτησε να δουλεύει από τις 13 Μαρτίου. Όσοι οδηγοί ταξί νοίκιαζαν τα αυτοκίνητά τους από μάντρες ή ιδιοκτήτες αναγκάστηκαν να τα παραδώσουν.

«Πλέον υπολογίζουμε ότι δουλεύει το 10% των ταξί. Από τα 10.000 ταξί που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα, κυκλοφορούν τα 1.000» επισημαίνει ο Γιώργος. Πριν από την πανδημία, σε πρωινή δωδεκάωρη βάρδια το καθαρό κέρδος ήταν περίπου 60 ευρώ. Ωστόσο, από τη στιγμή που ο ιός χτύπησε, η κίνηση άρχισε να πέφτει προοδευτικά και η πτώση αγγίζει το 50%.

«Δυσκολευόμασταν πολύ να βρούμε πελάτες. Σταμάτησα τη δουλειά διότι φοβόμουν μην μεταφέρω τον ιό στην οικογένειά μου και από την άλλη συνειδητοποίησα ότι δεν αξίζει να δουλεύω όλη μέρα για 20 ευρώ» αναφέρει ο ίδιος.

Ακόμα και η οικονομική κρίση που ξέσπασε τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε επηρεάσει τόσο την πελατεία. «Στο τέλος του 2012, επί διακυβέρνησης Σαμαρά, όταν η κρίση είχε ισοπεδώσει και τον δικό μας κλάδο, γυρνούσα στο σπίτι με 30 ευρώ τη μέρα. Τώρα τίποτα». Όσον αφορά το επίδομα των 800 ευρώ, «δεν αρκεί για έναν κλάδο που πλήττεται τόσο πολύ. Η ασφάλεια, το ΚΤΕΟ, η οδική βοήθεια είναι τα έξοδα που συνεχίζουν να τρέχουν. Το επίδομα δεν καλύπτει ούτε στο ελάχιστο τις ανάγκες μας».

Για την επόμενη μέρα δηλώνει απαισιόδοξος. «Ο κίνδυνος θα υπάρχει. Ο κόσμος θα φοβάται να κυκλοφορήσει. Η ανεργία και η φτώχεια θα ρημάξουν ό,τι απέμεινε όρθιο. Η τεράστια ύφεση αντανακλάται στα εισοδήματα του ελεύθερου επαγγελματία. Ο τουρισμός, που μας κράτησε όρθιους στην κρίση, τώρα θα είναι ανύπαρκτος» τονίζει ο Γιώργος. «Και η οικονομική κρίση θα ξεκινήσει όταν τελειώσει η κρίση του ιού. Και θα είναι οδυνηρή».

Ελάχιστες οι οικονομικές απολαβές των ηθοποιών

Η Αγγελική Γρηγοροπούλου είναι 27 ετών και τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που αποφοίτησε από τη δραματική σχολή, εργάζεται ως ηθοποιός. Όπως συμβαίνει με τους νέους ηθοποιούς, οι οικονομικές απολαβές είναι ελάχιστες και της εξασφαλίζουν οριακά τον βιοπορισμό αποκλειστικά από το θέατρο.

«Όταν ανακοινώθηκε το lockdown των θεάτρων, έπαιζα σε δύο παραστάσεις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Στην 'Ελένη', μια διασκευή για εφήβους, και στην 'Αφρική ή πώς να φυτέψετε τον νεκρό αδελφό σας'. Η δεύτερη παράσταση ήταν το πρώτο συγγραφικό - σκηνοθετικό εγχείρημα της ομάδας μου 'Fem Tettix'. Προετοιμάζαμε σχεδόν δύο χρόνια αυτή τη δουλειά από το πόστο του συγγραφέα, του σκηνοθέτη, του παραγωγού και του ηθοποιού. Επομένως το γεγονός ότι ο κύκλος της παράστασης έκλεισε στα μισά, ήταν μεγάλο οικονομικό και συναισθηματικό πλήγμα».

Δεν γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι. «Για την ώρα τα λιγοστά 'έτοιμα' αναλώνονται στο σούπερ μάρκετ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του επιδόματος των 800 ευρώ 'πέταξε' ώστε να πληρωθούν λογαριασμοί που έτρεχαν. Κατά τα άλλα, προσπαθώ να εκμεταλλευτώ τον άπλετο ελεύθερο χρόνο της καραντίνας δημιουργικά» λέει η Αγγελική.

Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους κλάδους που έχουν πληγεί, έτσι και στο θέατρο τα πράγματα αναμένονται δύσκολα στο μέλλον. «Παρ' όλα αυτά αισιοδοξώ ότι ο κόσμος θα εκτιμήσει την αξία των καλλιτεχνών λίγο περισσότερο. Αρκεί να αναλογιστούμε πώς θα φάνταζε ο εγκλεισμός μας χωρίς ίχνος τέχνης».

Ανάγκη για μέτρα στήριξης μικρών επιχειρήσεων

Ο Αποστόλης Γιαννόπουλος είναι 37 ετών και είναι επιχειρηματίας στον χώρο της εστίασης. Διατηρεί καφενείο στο κέντρο της Αθήνας εδώ και 9 χρόνια. Είναι ένα από τα μαγαζιά που άνοιξαν μέσα στην οικονομική κρίση του 2011, οπότε έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν οικονομικές δυσκολίες. «Στο καφενείο μας απασχολούνται έξι ακόμη άτομα, αλλά εδώ και δύο μήνες παραμένει κλειστό εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων που έχουν ληφθεί» επισημαίνει.

«Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν το περίμενε κανείς μας, οπότε δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο μπορούμε να διαχειριστούμε την κατάσταση. Οικονομικά είναι ιδιαίτερα δύσκολο για ένα κλειστό κατάστημα να αντεπεξέλθει στα πάγια έξοδα ενός τριμήνου. Ακόμα και με τη μείωση του 40% του ενοικίου είναι σχεδόν αδύνατον».

Σύμφωνα με τον Αποστόλη, θα πρέπει να ληφθούν νέα μέτρα από το κράτος ώστε να καταφέρει η αγορά της εστίασης να επιβιώσει, όπως π.χ. μείωση του ΦΠΑ, διευκολύνσεις στα δημοτικά τέλη και φοροελαφρύνσεις. «Αν δεν συμβεί αυτό, δυστυχώς πολλές μικροεπιχειρήσεις θα αναγκαστούν να κλείσουν και άλλες να μειώσουν το προσωπικό ή τους μισθούς».

Όπως επισημαίνει, είναι ιδιαίτερα προβληματισμένος για το τι θα συμβεί στο μέλλον, μιας και ο κόσμος θα είναι ιδιαίτερα μαζεμένος και κανείς δεν γνωρίζει τις επιπτώσεις της πανδημίας στην καθημερινότητά μας. Παρ' όλα αυτά «ελπίζουμε να περάσει γρήγορα όλο αυτό και τα γλέντια, τα χαμόγελα και η ανθρώπινη επαφή να ξαναγυρίσουν σύντομα!».

 Άντυ Κουκλάδα